Δευτέρα, 31 Μαΐου 2010

ΓΙΑΤΙ ΑΛΛΑΖΩ ΖΩΗ

Αλλάζω ζωή γιατί η παλιά τελείωσε.
Δεν χάλασε.
Τελείωσε.
Κάπου δεν χωρούσα, κάπου δεν με χωρούσε, κάπου περισσέψαμε και μετά χαθήκαμε με την παλιά μου ζωή.
Ούτε που κατάλαβα πως, μάλλον ρίξαμε πολύ στο λίγο που μας ένωνε και τους τρεις μας... μια γυναίκα, ένα παράθυρο σε κάτι σαν φως και μια δουλειά.
Εμείς οι τρεις κάναμε χρόνια παρέα.
Οι άλλοι, όλοι οι άλλοι, όποιοι κι αν ήταν οι άλλοι πότε ερχόταν, πότε δεν ερχόταν, πότε ερχόταν και τους έδιωχνα, πότε τους περίμενα και δεν ερχόταν.
Τυχαίνουν τόσα πολλά ξέρετε...
Δεν είχαμε και χρόνο...
Ξύπνησα ένα πρωί και το παράθυρο δεν υπήρχε, ούτε φως έμπαινε από πουθενά και η δουλειά με έπνιγε.
Η ανάσα μου βγήκε με μια φράση
«Τσίτσο το λιμάνι φεύγει».
Εγώ δεν ήμουν ούτε στο πλοίο, ούτε στο λιμάνι,
ούτε στου λιμανιού το καλντερίμι.

Βγήκα έδωσα παράσταση.
Κεκτημένη ταχύτητα μεγαλύτερη αυτή την φορά από το συνηθισμένο και έπεσα..
Μήπως κατά βάθος έπαιζα την Μπλάνς και ήταν μέρος του ρόλου;
Ελπίζω όχι.
Τώρα από την ΑΡΧΗ.
Νέο σπίτι.
Νέα κι εγώ;
Θα δείξει.
Τώρα μόλις έβαλα κόκκινο κραγιόν, αυτό που γράφει η Χριστίνα Ζαρκάδα στο Mediasoup. www.mediasoup.gr/node/13227
Και να μην θέλετε να βάλετε κόκκινο κραγιόν, Ζαρκάδα θέλετε να διαβάσετε και θα γίνετε φανατικοί.
Έχει ένα τρόπο.
Βγαίνει στις πορείες με γόβα Καλογήρου και δεν την χτυπάει ούτε η γόβα ούτε οι διαδηλωτές.
Ε, με τον ίδιο τρόπο γράφει κιόλας.
Άντε τώρα είναι να μην την στείλεις να γράψει κι άλλα;
Να της κάνετε και σχόλια αλλά όχι χαϊδολογήματα.
Με τα χάδια και τα χρωματιστά παπούτσια έχει ένα θέμα.
Τα φοβάται το κοριτσάκι κι ανάβει σπίρτο που μπορεί να το πετάξει κι επάνω της, αφού πρώτα το πετάξει επάνω σας.
Προχτές μου έφερε ηλιοτρόπια. Κι επειδή με ξέρει βρήκε τον δικό μου Πακιστανό και τα αγόρασε. Τρεις προσπέρασε, μπορεί και τέσσερις αλλά τον βρήκε.


Τέλεια δεν είναι;

Έχω να πω κι άλλα πολλά, πιο πολλά από πολλά, πιο πολλά από παλιά.

Φιλιά λίγα προς το παρόν

Πιο πολλά μετά, αχόρταγα πάντα

ΥΓ1

Γράψτε μου κάτι ωραίο, όχι μοιραίο.
Στείλτε μου mails, πάρτε τηλέφωνα, στείλτε λουλούδια, τραγουδήστε μου ή κάντε ό,τι θέλετε.

ΥΓ2

Σας έχω και μια έκπληξη

Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2009

Καλοκαίρι ολόκληρο Λ.


O X. μ’ αγαπάει και ξέρει ότι αγαπάω τις καλοκαιρινές βραδιές στην Αθήνα με ανεμιστήρα, Τσιτσάνη και Gardel και κοιτάζοντας αυτό το σπίτι που θέλω να κάνω ένα αισθαντικό κοινόβιο ανοιχτό για όλους όσους πλήγωσαν, αγρίεψαν ή μαλάκωσαν την καρδιά μου άρα με βοήθησαν να φτάσω εδώ που είμαι τώρα.
Δεν μου θύμωσε που τελικά δεν πήγα στην Επίδαυρο και φεύγοντας πέρασε από το σπίτι και μου έφερε κι ένα ολόκληρο μπολ sorbet cassis από κάπου μακριά … Καναδά , Κηφισιά, Ερυθραία ή κάπου εκεί …όλα βόρεια και μακρινά μου φαίνονται.Για μένα η Αθήνα αρχίζει στο Γκάζι και η Ράτκα αποτελεί το βορειότερο σύνορο κι από εκεί και πέρα αρχίζει η Neverland. Το ψυχικό με ψ ή Ψ μου στενεύει το συναισθηματικό coup de pied και τα πιο ολόκληρα και νοσταλγικά καλοκαίρια τα πέρασα με παγωμένο prosecco παρέα με την Μ. στο Ciao και τον Γ. στο Φίλιον και ήταν πολύ ωραία και θυμώνω που φύγαν και οι δυο τόσο νωρίς και κάτι μέσα μου και στα καλοκαίρια μου δεν είναι πια ολόκληρο.Φυσικά πέρασα Χριστούγεννα στο Seefeld και φόρεσα τα κασμίρια μου αρχές καλοκαιριού στο Φεστιβάλ του Avoriaz και ερωτεύτηκα στο Innsbruck σε μια στιγμή που κράτησε εφτά χρόνια μέχρι να πω «φτου ξελευτερία» και τώρα πια μόνο σε μια ορεινή χώρα ανεβαίνω. Φοράω τις πολύχρωμες εσάρπες μου, παίρνω το διαβατήριο μου που μπορεί να είναι και ληγμένο και καταπατώντας τις αρχές της αναρχίας μου ταξιδεύω σ’ αυτή την χώρα των ανατριχιαστικών αλπικών Edelweiss και της Χιτσκοκικής ηρεμίας για χάρη της Λ.Η Λ. δεν είναι ένα πλάσμα που περιγράφεται εύκολα.Είναι «ζήτημα φωτός» που διαθλάται ανοικονόμητα σε χίλιες αποχρώσεις. Είναι ένας συνδυασμός αέρικού και πέτρας του σουφ. Το πέρασμα της απ’ αυτή την γη είναι ένα σεμά, όλη της η ζωή δεν μοιάζει, είναι ο εκστατικός χορός των Δερβίσηδων, πέρα από αμετακίνητες κοσμοθεωρίες – φυλακές και εισαγγελικές θρησκευτικές πεποιθήσεις - κελιά χαμογελάει αφήνοντας ελεύθερη την καρδιά και τα δάκρυα και στροβιλίζεται σταθερά, ανεβαίνει και πέφτει και η επόμενη στροφή την βρίσκει ακόμη πιο ψηλά και πάντα έτσι θα είναι. Έχει έναν μοναδικό τρόπο να απαντά στο τηλέφωνο, στα ερωτήματα που με ζορίζουν γύρω στα μεσάνυχτα με αφορμή τραγούδια και φεγγάρια ποτισμένα τσαλακωμένα και ποτισμένα με ελαφρώς αλκοολούχα δάκρυα, στις απουσίες μου και στη Ζωή που χαρίζεται. Άλλη Άλλη Ζωή δεν ξέρει η Λ. αν υπάρχει, δεν την απασχόλησε ποτέ. Η Ζωή που ξεχείλισε από μέσα της με έναν Κούρο. Η Ζωή που αναβλύζει με την άκρατη αγάπη της για τον Γ. Η Ζωή της Λ. που κάνει όλους εμάς τόσο τυχερούς γιατί είμαστε κομμάτι της. Με ζηλεύω που είναι δικός μου άνθρωπος και δεν αναρωτιέμαι πια αν το αξίζω. Γιατί τα panic attacks που κάποτε ήταν η πιο σταθερή συντροφιά και τώρα με επισκέπτονται όποτε γουστάρουν σαν απλός εχθρουλάκος τα αξίζω;

Χειμωνιάτικη μέρα και μόλις είχα πατήσει στη βρεγμένη γη μετά απέ έξι μήνες.

Κούτσαινε το πόδι αλλά πιο πολύ η καρδιά. Μετρούσα το βάθος της πληγής που άνοιξε μέσα μου μια μεγάλη απώλεια και πάτο να ακουμπήσω και να αράξω εκεί με τα φαντάσματα μου δεν είχε. Πρώτη φορά την έβλεπα και της τα είπα όλα. Έκλαψα και ζήτησα συγγνώμη.«Γιατί ζητάς συγγνώμη που κλαις αν γελούσες από χαρά θα ζητούσες συγγνώμη;»
«H καλοσύνη των ξένων» είναι πολύ φτηνό cliché. Δεν ήταν αυτό. «Ήταν ζήτημα φωτός»Και περνούν τα χρόνια και παίρνουν τα παλιά δάκρυα και φέρνουν άλλα καινούρια. Αλλά δεν το βάζουμε κάτω, “ένα γκολ μας βάλανε δεν χάσαμε και το πρωτάθλημα”.




Ανοιξιάτικη μέρα συνώνυμο υπόσχεσης και συνένοχη προσδοκιών. Πλατεία, τραπεζάκια έξω, σε μια πλατεία τρώμε το πιο ζουμερό σουβλάκι.Δεν μπορώ να το φάω χωρίς τζατζίκι, θυμάμαι κατά λέξη όλη την ταινία του Ν.κι η Λ. γελάει. Ακόμη δεν μου τον γνώρισε.Κοιτάζουμε μπροστά και μετά πίσω και μετά μπροστά…Έρχεται άλλος καιρός, καλός καιρός αν του φερθούμε καλά, και έτσι θα αρχίσουμε να φερόμαστε και σε εμάς καλά και τότε το κουτί των υποσχεσεων της Άνοιξης θα ανοίξει.

Καλοκαιρινή μέρα και μόλις είχα σηκωθεί από το κρεβάτι.
Όλοι μαζί στο νησί.
Με μια κούπα καφέ και το πρώτο τσιγάρο αφήνομαι να ταξιδέψω στο φως.
Πρωινό φως και το ρουφάω με λαχτάρα. Γεμίζει την καρδιά, χύνεται λίγο και στο βάθος της πληγής.
Μ’ αρέσει το φως, μ’ αρέσει που δεν ξεχνάω την πληγή αλλά και δεν την ξύνω πια, έμαθα πως έτσι κι αλλιώς κάποιες φορές θα ματώνει...άσε το αίμα να τρέξει, άστο και να ξεραθεί και μετά ξέπλυνε το με ένα μακροβούτι όταν θα ξαναβγείς στον αφρό θα δεις ότι η ζωή είναι ζήτημα φωτός.


Καλοκαίρι ολόκληρο Λ.

Τρίτη, 13 Μαΐου 2008

Where is the satisfaction?

Σαν σήμερα το 1965 οι Rolling Stones ηχογραφούν το “Satisfaction”.
43 χρόνια μετά η αναζύτηση συνεχίζεται.

I can't get no satisfaction
I can't get no satisfaction
'cause I try and i try and I try and I try
I can't get no, I can't get no

When I’m drivin' in my car
And that man comes on the radio
He's tellin' me more and more
About some useless information
Supposed to fire my imagination
I can't get no, oh no no no
Hey hey hey, that's what i say

I can't get no satisfaction
I can't get no satisfaction
'cause i try and i try and i try and i try
I can't get no, i can't get no

When I’m watchin' my tv
And that man comes on to tell me
How white my shirts can be
But he can't be a man 'cause he doesn't smoke
The same cigarettes as me
I can't get no, oh no no no
Hey hey hey, that's what i say

I can't get no satisfaction
I can't get no girl reaction
'cause i try and i try and i try and i try
I can't get no, i can't get no

When I’m ridin' round the world
And I’m doin' this and I’m signing that
And I’m tryin' to make some girl
Who tells me baby better come back later next week
'cause you see I’m on losing streak
I can't get no, oh no no no
Hey hey hey, that's what I say

I can't get no, I can't get no
I can't get no satisfaction
No satisfaction, no satisfaction, no satisfaction

Δευτέρα, 21 Απριλίου 2008

Κι εγώ φοβάμαι τα βράδια

Αν δεν υπάρχει ερώτηση δεν υπάρχει απάντηση



Κοίταξε τα ανακατεμένα σεντόνια.
Τσαλακωμένα, ανακατεμένα και βρώμικα σεντόνια.
Ανάμεσα στις κίτρινες τουλίπες τους λεκέδες από ξεραμένο αίμα.
Τι άσχημο χρώμα έχει το αίμα όταν ξεραίνεται. Χάνεται το κόκκινο.
Έχει το χρώμα και την μυρωδιά της σαπίλας.
Σαπίλα.
Η σαπίλα είναι το αντίθετο της ζωής.

Η σαπίλα είναι χειρότερη από τον θάνατο.
Ο θάνατος είναι λυτρωτικός, αξιοπρεπής, καθαρός ακόμη κι αν είναι βίαιος.
Η σαπίλα είναι φριχτή, πρόστυχη, βρώμικη.
Ξεραμένο αίμα πάνω στις κίτρινες τουλίπες.
Σάπια λουλούδια πάνω στο κρεβάτι του γιου της;
Ζωντάνεψε μπροστά της η γέννα του
Ήταν περασμένες οχτώ το βράδυ όταν ένιωσε κάτι υγρό να κυλάει ανάμεσα στα πόδια της. Είναι νωρίς ακόμη σκέφτηκε. Ήταν όντως νωρίς. Πέρασαν δεκατέσσερις ώρες μέσα σε αφόρητους πόνους μέσα στην καταιγίδα. Έσφιγγε τα δόντια για να μην φωνάξει και περίμενε τον κεραυνό για να καλύψει τα βογκητά της. Φυσούσε έβρεχε και πονούσε.
Το παιδί ήταν μεγάλο, όταν άρχισε να γλιστράει από μέσα της σκίστηκε. Το αίμα έτρεχε.
Τον κράτησε στην αγκαλιά της ματωμένο.

Ήταν ο γιος της ματωμένος και κλαμένος.
Πόνεσε ήταν το μόνο που ρώτησε.

Δεν άντεχε στην σκέψη ότι ο γιος της είχε πάρει μερίδιο από τον πόνο της. Όχι δεν ρωτούσε για αυτές τις δεκατέσσερις ώρες. Αυτό που την τρόμαζε ήταν μήπως είχε μοιραστεί τον πόνο που είχε μείνει μέσα της, ξεραμένο αίμα, από την νύχτα που την είχαν βιάσει. Φοβόταν μήπως γλίστρησε μέσα στο γιο της το μίσος που την κυρίευε όλους αυτούς τους μήνες. Τα ήξερε το παιδί της όλα αυτά και για αυτό έκλαιγε; Ήξερε από την πρώτη στιγμή πως ήταν προϊόν ενός εγκλήματος; Είχε νιώσει την αποστροφή της και ο πρώτος χτύπος της καρδιάς του ήταν από αγωνία μέχρι να του αποδοθεί χάρη;

Ξεραμένο αίμα πάνω στις κίτρινες τουλίπες.
Σάπια λουλούδια πάνω στο κρεβάτι του γιου της;
Άρχισε να μαζεύει τα σεντόνια, με λύσσα τα στοίβαξε σε μια σακούλα σκουπιδιών.
Άνοιξε το παράθυρο να μπει καθαρός αέρας, να φύγει η μυρωδιά της σαπίλας.
Έβρασε πορτοκάλι με ξύλο κανέλας και ράντισε παντού. Έστρωσε λευκά σεντόνια.
Στάλες από πορτοκαλόνερο στα σεντόνια του γιου της.
Όταν ήταν πέντε χρονών τον είχε πάει στο αγαπημένο της νησί. Ήταν απόγευμα, καθόταν στην παραλία και ξαφνικά ο γιος της πετάχτηκε επάνω. Μαμά φώναζε κοίτα ο ουρανός βρέχει χρώματα. Έτρεχε γύρω της και φώναζε να πάνε να μαζέψουν τα χρώματα. Δεν γίνεται αγάπη μου του έλεγε γελώντας και τον έσφιγγε στην αγκαλιά της. Θέλω να στα χαρίσω της είπε αφοπλιστικά. Άρχισε να τρέχει πάνω στα βράχια.
Σκόνταψε.
Έπεσε.
Ο γιος της σκόνταψε, έπεσε και χτύπησε. Ο γιος της πονάει.
Πονάς; Πονάς; Πονάς;
Τον ρωτούσε και τον έσφιγγε πάνω της.
Αίμα έτρεχε από το γυμνό του γόνατο. Το έγλειψε πριν ξεραθεί.
Άρπαξε την σακούλα με τα λερωμένα σεντόνια. Αν τα πετούσε θα ήταν σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Τι έγινε; Πως λερώθηκαν; Δεν ρωτούσε. Δεν ήθελε να ρωτήσει για να μην πάρει την απάντηση. Αν δεν υπάρχει ερώτηση δεν υπάρχει απάντηση. Είναι ίσως μια φράση που προσπερνάς αδιάφορα, δεν σε αφορά.
Κάποιοι λένε πως πρέπει να προσέχεις τι εύχεσαι. Δεν φτάνει για να προστατευθείς.
Πρέπει να προσέχεις και τι ρωτάς, τι κρατάς και τι πετάς.
Πέταξε την σακούλα τρία τετράγωνα πιο κάτω από το σπίτι της.
Περπατούσε κάτω από τις ανθισμένες κουτσουπιές. Τι ωραία που είναι τώρα.
Τώρα είναι ωραία. Τώρα.
Σε λίγες μέρες τα λουλούδια θα άρχιζαν να πέφτουν και να σαπίζουν στα πεζοδρόμια.
Το τίμημα του καρπού είναι να χάνεται το άνθος.
Θα έπρεπε να βρεθεί άλλος τρόπος. Να πεθαίνουν τόσο όμορφα όσο γεννιούνται.
Τον κρατούσε στην αγκαλιά της ματωμένο και βουβό. Δεκατεσσάρων χρονών ματωμένος και βουβός. Έπλυνε τις πληγές του να φύγει το ξεραμένο αίμα.
Δεν έσταζε πια άλλο αίμα;
Μπήκε μέσα στο σπίτι κι έτρεξε στο μπάνιο. Η πληγή που είχε ανοίξει ψηλά στο μηρό, εκεί που αυτοτραυματιζόταν κάθε βράδυ είχε ματώσει πάλι. Αίμα χυνόταν, κόκκινο φρέσκο αίμα.
Ο γιος της έμπλεξε σε ένα καβγά. Κάποιος τον χτύπησε, κάποιον χτύπησε κι αυτός, κάποιος τον χτύπησε πιο δυνατά. Ο γιος της ματωμένος και βουβός και ο άλλος ματωμένος και βουβός πάνω στο δρόμο. Θύμα και θύτης με διπλές ταυτότητες.
Αυτή πουθενά. Ο γιος της πόνεσε. Ο πόνος ήτα
ν όλος δικός του. Δεν τον μοιράστηκε μαζί της. Το αίμα του χύθηκε και ξεράθηκε στο δρόμο.
Το αίμα του χύθηκε και ξεράθηκε στο δρόμο, το αίμα της χύνεται και ξεραίνεται πάνω στα σεντόνια.
Ξάπλωσε πάνω στα λευκά σεντόνια όπως τότε που τον γέννησε;




Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2008

Maraveyas, Den zitao polla, unplugged from Cantini

Τον ανακάλυψα πρόσφατα χάρη σε ένα cd που μου χάρισε ο Γ. στο αεροπλάνο μαζί με το αντίο του.
Δεν είναι ότι δεν έχουμε ξανακούσει κάτι τέτοιο, αλλά έχει κάτι φασαριόδικο και τρυφερό μαζί που με κάνει να θέλω να το ακούω συνέχεια.

Την Παρασκευή θα είναι κάπου στην Νέα Σμύρνη θα πάμε να τον απολαύσουμε.

Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2007

Breakfast at Tiffany's

Όλοι έχουμε δει την ταινία και αναλόγως της στιγμής ή του φύλου ζηλέψαμε ή ταυτιστήκαμε με τον «συγγραφέα» ή την «ταξιδιώτισσα».
Γλυκιά ταινία τόσο όσο να μην σε λιγώνει, με μετρημένες δόσεις πικρής αυθεντικής σοκολάτας και κρυσταλιζέ ζάχαρης.
Δεν θα υπήρχε όμως η ταινία αν το 1958 ο Truman Capote δεν έγραφε μια ιστορία τόσο Ρομαντική όσο και επώδυνη για την καρδιά. Ο Capote ζωγράφισε χαρακτήρες που ανακαλούν στην μνήμη με ευκολία στιγμές που έζησες, ανθρώπους που έχασες, ραγισματιές που ποτέ δεν κόλλησαν καλά και ταξίδια που δεν έκανες ή έκανες με αυτό που δεν έκανε για συνταξιδιώτης σου...
Στην ιστορία ο συγγραφέας δεν έχει όνομα και η αρχή δεν είναι ούτε αρχή ούτε τέλος, είναι μια στιγμή αναπόλησης.
Η ηρωίδα η Miss Holiday Golightly αγαπιέται με το little blak dress και τις πέρλες, αλλά αγαπιέται πιο πολύ όταν βγάζει τις πέρλες, τσαλακωμένη και ματωμένη και πρέπει να αποδεχτεί ότι το όνειρο να ανήκει σε μια φάρμα στο Μεξικό μαζί με τον αδερφό της δεν μπορεί ούτε αλήθεια να γίνει ούτε σαν να όνειρο πια να μείνει.
Η Miss Holiday Golightly, είναι όντως Travelling όπως αναγράφεται στο γραμματοκιβώτιο της. Το πρώτο όνομα που είχε δώσει ο Capote στην ηρωίδα ήταν Connie Gustafson το άλλαξε για να υποστηρίξει την συμβολικότατα ονόματος-χαρακτήρα, «Miss Holiday makes a holiday of life, but treads through it lightly»
Με μια φράση μόνο η Holly ξεκαθαρίζει το θέμα της ταινίας «...σπίτι σου είναι εκεί που νιώθεις σπίτι σου. Εγώ ακόμη ψάχνω».
Η αλήθεια είναι πως η Holly αγαπάει την ζωή ακόμη κι αν ο τρόπος που ζει δεν είναι συνηθισμένος, κι αν δεν την αποδέχεται όπως οι περισσότεροι.
«Ποτέ δεν θα συνηθίσω το οτιδήποτε. Όποιος αποδέχεται το οτιδήποτε μπορεί να πεθάνει».
Ο σκοπός της ζωής της είναι να βρει ένα αληθινό μέρος σαν το Tiffany's.
Το Tiffany's για την Holly είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να την βγάλει από τις «κόκκινες» της. Δεν είναι τα διαμάντια που την τραβούν είναι η σιγουριά πως και το άλλο πρωί, κάθε πρωί τα διαμάντια θα είναι εκεί, εκεί που ανήκουν. Κι αυτό είναι που αναζητάει κι εκείνη, να μπορεί να ανήκει κάπου. Αν το βρει αυτό το μέρος δεν έχει τίποτε πια να φοβάται.
Να ανήκεις κάπου...να ανήκεις σε κάποιον....να σου ανήκει κάποιος...
Δεν είναι σκλαβιά είναι η πλέον πρωτογενής ανάγκη και δυστυχώς η πιο ανικανοποίητη είτε σε λένε Holly, είτε Loula, είτε είσαι άνθρωπος, είτε είσαι γάτα.
« Δεν μου ανήκει » είπε κάποτε για τον γάτο της η Holly « και δεν του ανήκω για αυτό δεν έχω δικαίωμα να του δώσω όνομα ».Ο γάτος ήταν το πρόσχημα, για τον εαυτό της μιλούσε για την αγωνία της να ανήκει κάπου.
Θα το αναζητήσει αυτό το μέρος αφήνοντας πίσω της την Νέα Υόρκη και « τις κόκκινες της ».
Φεύγοντας θα αφήσει τον γάτο στο δρόμο λέγοντας « Αυτό είναι το ενδεδειγμένο μέρος για ένα τύπο σαν εσένα. Σκουπίδια, αρουραίοι, κεραμιδόγατοι για παρέα. »
Δυο τετράγωνα πιο κάτω κατεβαίνει για να τον μαζέψει πίσω.
Δεν τον βρίσκει. Ο γάτος εξαφανίστηκε στους δρόμους, αυτή που πάει?
« Χριστέ μου στ' αλήθεια ανήκαμε ο ένας στον άλλον. Ήταν δικός μου.Φοβάμαι πολύ, φιλαράκι. Επιτέλους. Πόσο θα συνεχίζεται αυτό? Να μην ξέρεις τι είναι δικό σου μέχρι να το διώξεις...στέγνωσε το στόμα μου, δεν έχω τι να φτύσω ακόμη κι αν απ' αυτό εξαρτιόταν η ζωή μου ».
Γιατί αυτή η κουβέντα να είναι η πιο μεγάλη αλήθεια είτε σε λένε Holly, είτε σε λένε όπως σε λένε...
Αν η στιγμή δεν μετριόταν σαν απειροελάχιστη μονάδα μέσα σε μια ζωή που μοιάζει τεράστια και σίγουρη αλλά σαν κάτι μοναδικό και ανεπανάληπτο, που κρατάει και αξίζει όσο ένας σφυγμός καρδιάς, θα προλαβαίναμε αυτή την πικρή αλήθεια, πριν σπάσει η καρδιά ψάχνοντας να βρούμε ό,τι διώξαμε.
"I am always drawn back to places where I have lived, the houses and their neighborhoods."